Ποιοί υπερασπίζονται τον Καραμανλή και γιατί – του Αλέξανδρου Παπουτσή

Αλέξανδρος Παπουτσής
Το τελευταίο διάστημα και ενώ η κατάσταση της οικονομίας δεν δίνει ενθαρρυντικά σημάδια, με πολλούς και διαφορετικούς τρόπους και ανάλογες αφορμές έχει επιστρέψει στο δημόσιο διάλογο το όνομα του πρώην πρωθυπουργού Κώστα Καραμανλή. 
Έμμεσα λόγω της υποθεσης ΕΛΣΤΑΤ και Γεωργίου, άμεσα ως πιθανό πρόσωπο για το αξίωμα ΠτΔ εκλεγμένου από το λαό, μέσω δηλώσεων πρώην υπουργών του ( βλ. Στυλιανίδη, Μιχελάκη) αλλά και μέσα από δηλώσεις στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ. Σε ό,τι αφορά στο τελευταίο είναι γνωστή τοις πάσι η προτίμηση που είχε και έχει ο ΣΥΡΙΖΑ σε μία »καραμανλική αντιπολίτευση» και αυτό ήταν γνωστό από την περίοδο εσωκομματικών εκλογών στη Νέα Δημοκρατία.
Λίγο ή πολύ, τότε, είχαν στηρίξει ανοιχτά την επιλογή του Βαγγέλη Μεϊμαράκη καθώς στο πρόσωπό του έβλεπαν μία συναινετική Νέα Δημοκρατία χαμηλών πτήσεων. Βέβαια αυτό έγινε αντιληπτό από μεγάλο μέρος του εκλογικού σώματος – και όχι μόνο- και οδήγησε στην επικράτηση του Κυριάκου Μητσοτάκη. Όπως παραδέχονται σχεδόν όλοι αυτή οφείλεται στην κινητοποίηση πολιτών έξω από την κομματική Νέα Δημοκρατία, με φιλελεύθερες και κεντρώες αντιλήψεις και καταβολές.
Ας επανέλθουμε όμως στο σήμερα να δούμε πως διαμορφώνεται το σκηνικό και πως οι παίκτες κάνουν τις κινήσεις τους προσεκτικά θέλοντας να υπηρετήσουν το σχέδιό τους και να πετύχουν τους στόχους τους.
Τι θέλει να πετύχει ο ΣΥΡΙΖΑ
 
Ο ΣΥΡΙΖΑ προβάλλοντας λύσεις Καραμανλή ή χαϊδεύοντας στελέχη της περιόδου ή δίνοντας συγχωροχάρτι στην περίοδο διακυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας 2004-2009 θέλει να πετύχει το εξής. Το στρίμωγμα του Κυριάκου Μητσοτάκη και την ανακοπή του άνετου προβαδίσματος που διατηρεί σε όλες τις δημοσκοπήσεις. Επειδή στο πραγματικό κυβερνητικό ( οικονομικό και κοινωνικό ) πεδίο δεν έχει καμία ελπίδα αντιστροφής του κλίματος, επενδύει στη συγκράτηση του αντιπάλου μέσω διάσπασης των δυνάμεων του.
Γνωρίζει ο ΣΥΡΙΖΑ ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν θέλει και δεν μπορεί να υπερασπιστεί την μοιραία 5ετία, ούτε τα πρόσωπά της, ούτε τις πολιτικές της, ούτε τον τρόπο διακυβέρνησης καθώς βρίσκονται στον πυρήνα της κρίσης. Ας μην ξεχνάμε πως ο νέος πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας καταψήφισε το πρόσωπο του Προκόπη Παυλόπουλου κατά την ψηφοφορία για ανάδειξη ΠτΔ στέλνοντας ένα καθαρό μήνυμα προς την κοινωνία – μήνυμα αποδοκιμασίας της μοιραίας 5ετίας μέσω αποδοκιμασίας ενός από τα κεντρικότερα πρόσωπά της.
Ενδεικτικό αυτή της προσπάθειας ( αποκορύφωμα 😉 είναι το σημερινό πρωτοσέλιδο της φιλοκυβερνητικής ΕΦΗΜΕΡΙΔΑΣ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ
Τι θέλουν να πετύχουν οι καραμανλικοί
 
Πέραν της αυτονόητης υπεράσπισης της δικής τους κυβερνητικής περιόδου θέλουν να παραμείνουν στο πολιτικό παιχνίδι από το οποίο δικαίως είχαν παραγκωνιστεί – διαδικασία η οποία κορυφώθηκε με την εκλογή του Κυριάκου Μητσοτάκη στην ηγεσία του κόμματος.
Υπάρχει κοινό σχέδιο ΣΥΡΙΖΑ και καραμανλικών; 
 
Δεν μπορεί κανείς να υποστηρίξει μετά βεβαιότητας πως υπάρχει κοινό σχέδιο των δύο, όμως οι συμπτώσεις είναι πολλές και οι κατευθύνσεις κοινές οπότε είναι εύλογες παρόμοιες σκέψεις. Ποιό το όφελος όμως μιας τέτοιας συμπόρευσης;
Υπάρχει πολιτική συγγένεια και παραδοχές που μοιράζονται και τα δύο μπλοκ και αυτό επεκτείνεται πιθανά και σε πεδία πέραν του αμιγώς πολιτικού / κομματικού. Μοιράζονται και τα δύο μέρη την κεντρική άποψη πως το μνημόνιο έφερε την κρίση και όχι η κρίση το μνημόνιο. Παραδοχή που αθωώνει την 5ετία Καραμανλή και δικαιώνει την αντιμνημονιακή περίοδο του ΣΥΡΙΖΑ. Μοιράζονται την ( πολιτική ) αγάπη για το κράτος, ένα μεγάλο κράτος, σπάταλο, διογκωμένο, ένα κράτος του ρυθμιστικού πληθωρισμού, της στρεβλής παρέμβασης, πολυδαίδαλο, που στους διαδρόμους του μπορούν να βολευτούν πολλοί κομματικοί και να στήσουν μηχανισμό εξουσίας. Μοιράζονται την αγάπη των μεγάλων κρατικών δαπανών που ικανοποιούν τα κοινωνικά αιτήματα και ας διαιωνίζουν παγιωμένες αδικίες στο εσωτερικό του, αρκεί που φαίνεται φιλολαϊκό.
Αν προχωρήσουμε λίγο την υποθετική μας προσέγγιση θα μπορούσαμε να πούμε πως είναι εκφραστές του ίδιου συστήματος εξουσίας που περιλαμβάνει και επιχειρηματικά συμφέροντα σε ένα πλέγμα ( μεταπολιτευτικό ) εσωστρεφούς κορπορατισμού όπου τα τελευταία πρέπει να προστατεύονται από πολιτικές επιλογές ώστε να διατηρούν κερδοφορία και να μην ανοίγονται στο πέλαγος τους διεθνούς ανταγωνισμού.
Για να διατηρηθεί αυτό το πλέγμα σε καιρούς μνημονίου και όχι αλόγιστου κρατικού δανεισμού απαιτείται πλήρης έλεγχος της πολιτικής εξουσίας, κακώς νοούμενη σταθερότητα, ελεγχόμενες πολιτικές εξελίξεις, απόκρουση πιέσεων της τρόικα, ελάχιστες μεταρρυθμίσεις στις παρυφές της οικονομίας και όχι σε πεδία που θα ακουμπούσαν το φάσμα συμφερόντων τους. Εν ολίγοις μία κλειστή οικονομία, σχεδόν ολιγαρχική, όπου οι δυναμικοί τομείς, οι τομείς με υψηλοί κερδοφορία και προοπτικές να μοιραστούν με deals μεταξύ γνωστών και αλλήλων. Άλλωστε η τρόικα έχει κουραστεί και δεν φαίνεται να ενδιαφέρεται για τις μεταρρυθμίσεις μίας και πέρασαν 6 γεμάτα χρόνια όπου η χώρα παίζει κατενάτσιο, Μοναδική εξαίρεση το τραπεζικό σύστημα όπου εκεί έχει επιβάλλει αλλαγές στις διοικήσεις και αχνοφαίνεται μία πιθανότητα μεταβολής των παλαιών όρων του παιχνιδιού.
Σημειώστε επίσης τις προσπάθειες ελέγχου του μιντιακού τοπίου, το προμοτάρισμα αρεστών εκδοτών και δυνητικών καναλαρχών, την αφωνία των υπαρχόντων καναλιών και το σύνολο των εφημερίδων που στηρίζουν την κυβέρνηση και θα αντιληφθείτε ολόκληρη της εικόνα.
Σενάρια οικουμενικής
Με αυτά ως δεδομένα, αν η νίκη της Νέας Δημοκρατίας θεωρηθεί αναπόφευκτη ( εγώ λέω πως είναι) το μοναδικό ευνοϊκό σενάριο που απομένει είναι η δημιουργία οικουμενικής κυβέρνησης εξ’ ου και η σπουδή για απλή αναλογική. Όλα τα λεφτά σπρώχνονται στην αδυναμία κυβέρνησης από τη Νέα Δημοκρατία ( και πιθανούς συμμάχους) , δεύτερες εκλογές με απλή αναλογική και οικουμενική.
Οικουμενική βέβαια που σημαίνει όλα τα ανωτέρω. Μηδενικό πολιτικό κόστος, ανέγγιχτα τα deals, όλοι μέσα, υπουργικό συμβούλιο 74 ατόμων, μοιρασιά του κράτους ώστε όλοι να βυζαίνουν λίγο και να συντηρούν τους δαπανηρούς κομματικούς μηχανισμούς, ελάχιστες μεταρρυθμίσεις τόσο όσο να μην αποκοπούμε από την Ενωσιακή οικογένεια. Η χώρα να σέρνεται με ρυθμούς ανάπτυξης στην καλύτερη των περιπτώσεων 1% που θα παρουσιαστεί από τα ( ελεγχόμενα ) media ως θρίαμβος – ασχέτως πως η Ελλάδα χρειάζεται ντεμαράζ αναπτυξιακών ετών με 3-4% για να περιορίσει τη χασούρα.
Κεντροαριστερά
 
Αν η ανωτέρω ανάλυση είναι σωστή, τότε βρίσκεται μπροστά σε ένα δίλημμα. Η κωλυσιεργία στις διαδικασίες ενοποίησης του χώρου ( και άρα ουσιαστικής ενδυνάμωσής του) είναι ύποπτες. Η διακηρυκτική προτίμηση σε μία κυβέρνηση εθνικής ενότητας ( ωραιοποίηση) επίσης. 
 
Πρέπει να αποδείξει εάν τάσσεται υπέρ του μεταρρυθμιστικού σεναρίου ή του οικουμενικού. Αν θέλει να γίνει δύναμη αλλαγής ή διατήρησης του status quo. Αν με τις δικές της επεξεργασίες και τον δικό της πυρήνα αξιών θα συμβάλει στο χτίσιμο μιας νέας οικονομίας ή αν θέλει να παραμείνει στη βολική αγκαλιά του μεταπολιτευτικού παιγνίου και μάλιστα σε ρόλο τριτοτέταρτου βαστάζου. 
Αλέξανδρος Παπουτσής

Αλέξανδρος Παπουτσής

Σπούδασα Πολιτικές Επιστήμες στο ΑΠΘ και συνεχίζω τις σπουδές στη Νομική Εργάστηκα ως ιδιωτικός υπάλληλος και τώρα δραστηριοποιούμαι σε επιχειρήσεις στο χώρο της εκπαίδευσης και του τουρισμού. Διατηρώ απο το 2010 προσωπικό blog »Mέσος Ανθρωπος» και αρθρογραφώ στην εφημερίδα Θεσσαλονίκη. Η πολιτική είναι το κύριο ενδιαφέρον μου και ασχολούμαι με αυτή με διάφορους κατά καιρούς τρόπους.

Facebook Twitter Google+